Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

 Η αξία του Σ.Ε.Π για την εύρεση εργασίας και την αντιμετώπιση της ανεργίας,

γράφει ο Σπυρίδων Σπιτιέρης




   Στα μαθητικά του χρόνια ένας άνθρωπος καλείται να επιλέξει, να προσανατολιστεί, όσον αφορά το επάγγελμα. Για να διευκολυνθεί ο μελλοντικός εργαζόμενος σε αυτή τη δύσκολη απόφαση υπάρχει ο Σ.Ε.Π (Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός). Από μικρή ηλικία ο άνθρωπος οδηγείται μέσω αυτού, αρχικά στα διάφορα στάδια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ειδικά στο λύκειο) και αργότερα στην επιλογή σπουδών, πανεπιστημίου, σχολής κ.α. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο γίνεται ο επαγγελματικός προσανατολισμός κατα τη διάρκεια των σχολικών χρόνων είναι αμφισβητήσιμος.


   Αρχικά, στα χρόνια της δευτέρας και τρίτης γυμνασίου, το παιδί καλείται να κάνει μια απόφαση που, δυστυχώς στις μέρες μας, λίγες φορές έχει να κάνει τοσο με τον επαγγελματικό προσανατολισμό, παρά με το μαθησιακό του επίπεδο. Σύνηθες είναι παιδιά χαμηλότερου μαθησιακού επιπέδου να επιλέγουν το Επαγγελματικό Λύκειο αντί του Γενικού με μόνο τους κριτήριο αυτό. Στο ίδιο παράδειγμα (την επιλογη λυκείου), παρατηρούμε και άγνοια των παιδιών για το πρόγραμμα σπουδών στο λύκειο, τις διαφορετικές πορείες επαγγελματικού προσανατολισμού που προσφέρουν το ΕΠΑ.Λ και το ΓΕ.Λ και τελικά, άγνοια της πανεπιστημιακής πορείας ή γενικά του επόμενου βήματος στη ζωή μετά το λύκειο. Μόνον από ένα παράδειγμα φαίνεται λοιπόν η αποτυχία του Σ.Ε.Π.


   Θεωρητικά, ο Σ.Ε.Π θα έπρεπε να προετοιμάζει, εδώ και χρόνια που υπάρχει, τα παιδιά για την υπόλοιπη τους ζωή. Πρακτικά, όμως, δεν πληροφορεί επαρκώς τους μαθητές παρά τους φέρνει στη κατάσταση τυφλής επιλογής κάθε φορά. Αυτό, φαίνεται από την δυσλειτουργία του στους δύο σημερινούς τύπους λυκείου. Τη τελευταία στιγμή, με ελλιπή πληροφόρηση, πριν τη δευτέρα λυκείου, οι μαθητές κάνουν επιλογή κατεύθυνσης, για την οποία πληροφορούνται περισσότερο από μεγαλύτερα, πιο έμπειρα αδέλφια ή γονείς παρά από οποιοδήποτε πρόγραμμα Σ.Ε.Π. Στη τρίτη λυκείου, ειδικά στο ΓΕ.Λ, ο μαθητής καλείται να προετοιμαστεί για τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, μια διαδικασία για την οποία έχει ανεπαρκείς γνώσεις και είναι παντελώς άπειρος. Στη πορεία του μαθητή στο λύκειο, λοιπόν, ο Σ.Ε.Π απέτυχε. 


  Εφόσον ο Σ.Ε.Π αποτυγχάνει στο στόχο του στο γυμνάσιο και το λύκειο, λογικό είναι να αποτυγχάνει και στην εύρεση εργασίας. Από το γυμνάσιο ως το πανεπιστήμιο, ο νέος έχει δεσμευτεί, και έτσι νιώθει, τις περισσότερες φορές ένα μέλλον το οποίο δεν επέλεξε πραγματικά ο ίδιος. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι ούτε το δυναμικό του νέου αξιοποιείται, ούτε ο ίδιος ζει όπως εκείνος ποθεί, ούτε είναι πραγματικά ενεργό μέλος της κοινωνίας.


  Η δυσλειτουργία του Σ.Ε.Π, λοιπόν, δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά, όχι μόνο στο άτομο αλλά και σε ολόκληρη τη κοινωνία, εκτός από το να μη βοηθάει πραγματικά στην εύρεση εργασίας.


   Ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα, στου οποίου την αντιμετώπιση δεν βοηθάει ο Σ.Ε.Π, είναι η ανεργία. Το ανθρώπινο δυναμικό του κράτους δεν αξιοποιείται και η οικονομική κατάσταση μόνο χειροτερεύει. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλα κράτη, οι μαθητές αποφοιτούν από το λύκειο ή το πανεπιστήμιο και εκτίθενται ξαφνικά στη δοκιμασία της εύρεσης εργασίας. Εκτίθενται ξαφνικά, επειδή ο Σ.Ε.Π δεν πληροφόρησε αρκετά τους μαθητές για την πραγματικότητα της αγοράς εργασίας και την δυσκολία που κρύβεται σε αυτή τη διαδικασία στη σύγχρονη, γεμάτη ανταγωνισμό, κοινωνία. Ο ανταγωνισμός αυτός, όμως, είναι προιόν της ανεργίας, μία εξαθλιωτική κατάσταση, στην οποία η παθητικότητα του Σ.Ε.Π φέρνει τους απόφοιτους, και τελικά όλους τους ανθρώπους που ψάχνουν δουλειά, να αναγκάσκουν και να καταπιέσουν τους εαυτούς τους στην ιδεολογία του <<έτσι έχουν τα πράγματα>> αποσύροντας κάθε ιδέα ονείρου και επιθυμίας από τη ζωή τους. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο Σ.Ε.Π έχει επιρροή σε κάθε πτυχή του ανθρώπου και της κοινωνίας επειδή ακριβώς η σημερινή κοινωνία περιστρέφεται τόσο πολύ γύρω από το χρήμα.


   Ο Σ.Ε.Π, λοιπόν, εφόσον έχει επιρροή σε κάθε ηλικία του ανθρώπου απο το γυμνάσιο έως τη σύνταξη, οφείλουμε να τον θεωρούμε πρόγραμμα υψηλής σημασίας. Η ισχύς που κρύβει ένα πρόγραμμα σαν τον Σ.Ε.Π είναι τρομακτική· αυτή η ισχύς, όμως, μπορεί να έχει είτε θετικά είτε αρνητικά αποτελέσματα τεράστιας κλίμακας. Αυτή τη στιγμή ο Σ.Ε.Π είναι άλλο ένα παραμελημένο πρόγραμμα του κράτους. Όταν αλλάξει αυτό, στο πέρασμα μιας γενιάς, τα καλά αποτελέσματα θα ξεκινήσουν να φαίνονται. Η ψυχολογία των νέων θα καλυτερεύσει και η αυτογνωσία τους, όσον αφορά το επάγγελμα, θα ποιήσει μία γενιά που θα είναι πιό ευέλικτη οικονομικά και καλύτερα πληροφορημένη για την επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτή η οικονομική ευελιξία, προφανώς, δεν θα είναι μόνον ατομική, αλλά και συνολική. Ολόκληρη η οικονομία επηρεάζεται, αντίστοιχα, και η ποιότητα ζωής. 


  Από την ισχύ, λοιπόν, που έχει ο Σ.Ε.Π, φαίνεται ότι έχει αξία, όχι μόνο για τη εύρεση εργασίας και την αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά και για κάθε τι άλλο που ενδιαφέρει καθημερινά τον άνθρωπο, από τα μικρότερα πράγματα που δεν προσέχουμε καν έως τις βαθύτερες σκέψεις, όνειρα, συναισθήματα και βασική ιδεολογία του κάθε ανθρώπου σε διάφορα επίπεδα. Αυτό, λόγω της επιρροής που έχει στο υποσυνείδητο του νέου και τις αντιλήψεις του όσον αφορά τα οικονομικά και τελικά, των δυνατοτήτων του στη ζωή γενικότερα





Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021

«Σκέψου, αμφισβήτησε, τόλμησε!»

γράφει η Ελένη Καρρά, Β Λυκείου



Και έρχεται η στιγμή! Έχουμε φτάσει σε αυτή την πολυπόθητη ηλικία, έχουμε δώσει πανελλήνιες και βρισκόμαστε πλέον στο πανεπιστήμιο. Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα! Από τη μια, χαιρόμαστε που ικανοποιήσαμε τον παιδικό μας εαυτό που όλο μας έλεγε «πρέπει να προσπαθήσεις, μην τα παρατάς, πρέπει να σπουδάσεις, έτσι λένε, έτσι κάνουν όλοι». Αυτή την ‘υποχρέωση’ την έχουμε  διεκπεραιώσει! Από την άλλη όμως, σκεφτόμαστε, αν πήραμε την σωστή απόφαση για εμάς, αν επιλέξαμε την κατάλληλη σχολή, γιατί οπωσδήποτε έπρεπε να επιλέξουμε κάποια. Και τι θα έλεγαν οι καθηγητές, οι συμμαθητές, οι συγγενείς μας; Μα, πως θα ξέρω αν έχω επιλέξει την κατάλληλη σχολή για εμένα; Και τι θα συμβεί, αν νομίζω ότι μου αρέσει, αλλά τελικά αλλαξοπιστήσω; Θα είμαι αποτυχημένος αν το αισθανθώ αυτό; Αν την εγκαταλείψω; 

Όλα αυτά τα ερώτημα απασχολούν  τους νέους, οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει το πρώτο κεφάλαιο σχετικά με την εκπαίδευση του σχολείου, και τώρα αναζητούν το μέλλον τους στις πανεπιστημιακές σπουδές. Και όταν ξεκινήσουν να φοιτούν στο πανεπιστήμιο και έρθουν σε πρώτη επαφή με το αντικείμενο που επέλεξαν , ίσως πολλοί να αναθεωρήσουν. Πρώτα όμως, πρέπει να υπάρξει μια ουσιώδη αλληλεπίδραση στον τομέα που ο καθένας αποφάσισε να εκπαιδευτεί, με σκοπό την σφαιρική κρίση και διαχείριση του θέματος και έπειτα αν δημιουργηθούν σχετικές αμφιβολίες, να το επεξεργαστούν αναλυτικότερα. Παρόλα αυτά, είναι απόλυτα φυσιολογικό να συνειδητοποιήσεις ότι τελικά κάτι που είχες σχεδιάσει δεν σε αντιπροσωπεύει, δεν σου ταιριάζει, δεν σε καλύπτει. Φυσικά και δεν είναι εφικτό να προκατασκευάζουμε επιτυχημένα όλα μας τα πλάνα! Η ηλικία, άλλωστε, που έχουν κληθεί οι νέοι να αποφασίσουν για την μετέπειτα ακαδημαϊκή πορεία τους, χαρακτηρίζεται κυρίως από πειραματισμούς, αβεβαιότητα και τάση για αμφισβήτηση. Ακόμη, πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι ο άνθρωπος διαρκώς εξελίσσεται και διαφοροποιείται. Συχνά, αλλάζει ακόμη και ο τρόπος  με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και αξιολογεί τις περιστάσεις. Άραγε πως είναι λοιπόν δυνατό να μην αλλάξουν τα ‘γούστα’ ενός εφήβου, όταν όλα γύρω του μεταβάλλονται ραγδαία; 

 Και να συμβεί αυτό, μην διστάσετε να το παραδεχτείτε, να το παρατηρήστε! Η ανάληψη μιας τόσο τολμηρής απόφασης είναι ,αναμφισβήτητα, δύσκολη και απαιτεί σκέψη, αλλά αξίζει να παραβλέπετε την ανάγκη για αλλαγή, για γνωριμία με κάτι καινούριο, επειδή η αλλαγή μπορεί να τρομοκρατήσει τους γύρω σας, ή να τους απογοητεύσει; Είναι πράγματι, πολύ γενναίο να ξεπεράσετε τους ενδοιασμούς σας, να πράξετε σκεπτόμενοι τη δίκη σας ευημερία, να νικήσετε τα αισθήματα ηττοπάθειας. Αλλά, πρέπει να γνωρίζετε ότι πάντα δίπλα σας θα καραδοκούν  η αμφισβήτηση, η ανησυχία, η αγωνία, ο φόβος, και πάντοτε κάποιος μπορεί να δυσανασχετήσει ή να απογοητευτεί με τις επιλογές σας. 

Μην υποχωρήσετε για την ευτυχία των άλλων, κυνηγήστε με θάρρος τα όνειρα και τους στόχους σας. Εν ανάγκη, αφήστε την κυρία Αναστασία και τον ξάδερφο του κουμπάρου του κυρίου Αντρέα στο γυμναστήριο να συνεχίσουν τις συζητήσεις τους περί αποτυχίας, ξεροκεφαλιάς και ανωριμότητας των νέων. Η αποτροπή και η αποδοκιμασία πρέπει να είναι το κίνητρο σας στη σημερινή κοινωνία!

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Σε μια βαλίτσα, μα πώς ;

 

γράφει η Ελευθερία Σκορδίλη, Β5




Με ρωτάν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Περιμένουν μια απάντηση * ένα μέλλον στριμωγμένο σε ένα επάγγελμα, ή ακόμα χειρότερα σε μια δουλειά. Εγώ - υποτίθεται - θα πρέπει να γνωρίζω την λέξη αυτή που θα αποτελέσει την βαλίτσα της προσωπικότητας, των ονείρων και της ζωής μου. Ας το παραδεχτούμε, πολλά όλα αυτά για να χωρέσουν σε μια βαλίτσα !

Αλλά αυτό ξεκινάει και τελειώνει σε εμένα - για εμένα. Μπορώ να τα χωρέσω όλα αυτά σε μια λέξη; Σε μια βαλίτσα; Θέλω ; 

Γιατί για να σταματήσω να φτιάχνω ξανά και ξανά αυτή την βαλίτσα πρέπει να ξέρω τι θέλω και με ποια σειρά θα τα βάλω μέσα σε αυτή. Έτσι, άφησα στην άκρη όλα εκείνα τα ονόματα επαγγελμάτων που στα αυτιά μου ακούγονται τόσο κοντινά - και την ίδια στιγμή σαν απόηχος κάποιας , που ακόμα δεν είμαι. Βάζω πρώτα αυτά που θέλω. Αυτά που ξέρω. Λέω θα γίνω άνθρωπος. Λέω θα γίνω ευτυχισμένη. Θα έχω κρίση, θα είμαι πρόθυμη να βοηθήσω όπου μπορώ. Κι όταν ξεκίνησα να βάζω πρώτα αυτά, η βαλίτσα μου είχε χώρο και για άλλα όμοια τους. Είχε χώρο για τον σεβασμό , και την αλληλεγγύη , την ευγενή άμυλα και τόσα, τόσα όνειρα.

Ο κόσμος όμως ζητά μια απάντηση. Μια απάντηση ανάμεσα σε επιλογές. Επιλογές που δεν περιλαμβάνουν την αρχή της βαλίτσας μου. Και έτσι επιλέγω κάτι και τους λέω. Αυτό που ακούγεται ποιο κοντά σε αυτή που είμαι σήμερα - την κάθε μέρα που καλούμαι να απαντήσω , ξανά και ξανά αυτή την ερώτηση. Και είναι ειρωνικό αν σκεφτεί κανείς πως και εγώ κάνω αυτή την ερώτηση και δίνω το ίδιο ,περιορισμένο , πλαίσιο επιλογών στον εαυτό μου. Ή ακόμα όταν ρωτάω κάποιον άλλο. Έχουμε μάθει φαίνεται να επιλέγουμε από συγκεκριμένες επιλογές. Μάθαμε να ρωτάμε αυτοματοποιημένες ερωτήσεις ; Να δίνουμε και να περιμένουμε απαντήσεις βάση πρωτοκόλλου ; Είμαι μόνο 17 και οι περισσότεροι στον κύκλο μουστην ίδια ή σε κοντινή ηλικία και είμαστε όλοι μας ήδη εν μέρει απορροφημένοι απ’ το σύστημα ; Μάλλον την επόμενη φορά που θα μου ζητήσουν να με στριμώξω σε μια λέξη απόηχο κάποιας άλλης , δεν θα το κάνω! 

Γιατί ξέρω, τι δεν θέλω να γίνω!



Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

«Είμαι μόνο 17»


 «Είμαι μόνο 17»


  Από τα παιδικά μας χρόνια, έστω και ακούσια, έχουν καλλιεργηθεί μέσα μας αισθήματα αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Πιο συγκεκριμένα, από τα πρώτα μας βήματα ερχόμαστε σε επαφή με το άγνωστο, προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τον κόσμο, να τον μιμηθούμε και `ιδανικά’ να ενταχθούμε σε αυτόν. Παρατηρούμε τους ενήλικες δίπλα μας να απασχολούνται ώρες σε αντικείμενα της εργασίας τους, να αφιερώνουν χρόνο στο επάγγελμα που ασκούν και να στηρίζουν συχνά την ατομική τους αποδοτικότητα και εξέλιξη στα εργασιακά τους επιτεύγματα. Άραγε -σκεφτόμαστε- πρέπει να είναι πολύ σημαντικό να εργαζόμαστε!

    Σημαντικό για ποιο λόγο όμως; Μήπως για να αποκτήσουμε την αυτονομία που τοσο λαχταρούμε ως εφηβικά νιάτα ή για να εξυπηρετήσουμε απλώς τις προσωπικές μας ανάγκες και να συμβαδίσουμε σε κοινωνικά πρότυπα; Ίσως πάλι, επιθυμούμε να δούμε τον εαυτό μας να εργάζεται έμπρακτα, μονάχα για να συνειδητοποιήσουμε αν είμαστε ικανοποιημένοι με την εργασία μας ή αν οφείλουμε να συμβιβαστούμε σε αυτή, γιατί έτσι συνηθίζεται. Θα λέγαμε σωστότερα, ότι επιδιώκουμε να ερευνήσουμε και να διαπιστώσουμε αν το επάγγελμα πρέπει να μας προσφέρει ευτυχία ή αν πρόκειται για μια καταναγκαστική ιδέα και ευθύνη των «μεγάλων»; Και γιατί όμως, αναρωτιόμαστε, πρέπει να αποφασίσουμε τι θα ακολουθήσουμε στην ηλικία των 17; Δεν είμαστε πολύ μικροί; Οι περισσότεροι, δεν γνωρίζουμε καν τι μας αρέσει, γιατί μας αρέσει, αν μας αρέσει πραγματικά, αν μας ταιριάζει ή αν αποτελεί τον στόχο ή το χαμένο όνειρο των γύρω μας.

   Πράγματι, η πληροφόρηση και η ενημέρωση που λαμβάνουμε, ως νέοι που έχουν κληθεί από τόσο νωρίς να επιλέξουν το ιδανικό επάγγελμα για την μετέπειτα πορεία τους, είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς. Συχνά, βασίζεται σε δεδομένα του παρελθόντος και δεν επιδέχεται αυτή την πρόοδο του σήμερα, που οδηγεί τους έφηβους  μαθητές σε αληθή συμπεράσματα περί της σύγχρονης επαγγελματικής πραγματικότητας. Επιπλέον, ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν υφίσταται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με συνέπεια η ευθύνη της τελικής απόφασης να ανατίθεται στους μαθητές και λανθασμένα, στους γονείς τους. Αναλυτικότερα, πολλοί νέοι αδυνατούν να αντιληφθούν ποια είναι η κλίση τους, με τι θα μπορούσαν να ασχοληθούν, τι θα επιθυμούσαν να ακολουθήσουν, ποια καριέρα αποζητούν και τι τελικά αντιπροσωπεύει τον πολύπτυχο χαρακτήρα της τωρινής τους ηλικίας, που φυσικά δέχεται διαφοροποιήσεις, αμφισβητήσεις, πειραματισμούς και αναθεωρήσεις στο μέλλον. Συνεπώς, εξωτερικοί παράγοντες επηρεάζουν την κρίση των νέων και εμείς καταλήγουμε να συγχέουμε τις δικές μας φιλοδοξίες με τα όνειρα της μητέρας μας, την προτίμηση του πατέρα μας, την ευχή της γιαγιάς μας ή και ακόμα χειρότερα το αποτυχημένο σχέδιο του προπάππου, ο οποίος σκόπευε να γίνει κάποτε επιχειρηματίας μεγάλος.

   Ακολούθως, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την συχνότερη ερώτηση που μας αποδίδεται, αν δηλαδή αυτό που πρόκειται να σπουδάσουμε ή να εκπαιδευτούμε μπορεί να μας αποφέρει την οικονομική σταθερότητα και ευχέρεια που χρειαζόμαστε. Είναι δηλαδή ένα επάγγελμα που «πουλάει», που έχει «δουλειά», έχει «ανταπόκριση» στην εποχή μας; Μπορείς να ζήσεις από αυτό, να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου, να μην στερηθείς απαραίτητα αγαθά, και για το τέλος αν είσαι «τυχερός» να είσαι ευτυχισμένος; Ναι βέβαια, η ευχαρίστηση, η ευτυχία, το μεράκι, η αγάπη για το επάγγελμα μας είναι στοιχεία δευτερεύοντα. Πρώτα από όλα, κατατάσσουμε τις χρηματικές απολαβές, μετά το κύρος (μα πως άλλωστε θα παινεύεται ο θείος Κώστας) και στο τέλος σκεφτόμαστε την δική μας ικανοποίηση. Χαιρόμαστε, δηλαδή, που εργαζόμαστε εν τέλει ή ανυπομονούμε να έρθει η στιγμή να φύγουμε, αφήνοντας την Στέλλα να παλεύει με το διαζύγιο, την Δανάη άρρωστη και τον Πέτρο αμόρφωτο; Μάλλον αυτό πρέπει να σκεφτούμε! Ποτέ τελικά θα είμαστε «καλοί» και «επιτυχημένοι»;


 Ελένη Καρρά Β' Λυκείου